«Ποίηση είναι όταν δύο λέξεις συναντιούνται για πρώτη φορά»
Όταν ξεκίνησα το στήσιμο αυτού του ιστολογίου,ήθελα αυτό ν'αποτελέσει άλλη μια φιλόξενη Ποιητική γωνιά.Στην πορεία η παρόρμηση να συμπεριλάβω σ'αυτό και Πεζά ήταν τεράστια.Και μονομιάς άρχισα να ψάχνω δικαιολογίες για να στηρίξω την επιλογή μου.Στον δρόμο βρήκα έναν ορισμό του Γ.Σεφέρη.«Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.» Αυτό ήταν.Τα έλεγε όλα μέσα σε λίγες λέξεις...
Είναι κάτι νύχτες, που τα αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν.
Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη.
Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις.
Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι.
Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι.
Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά,
το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.
Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν, είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.
Αλλά από τι? Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.
Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι.
Και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το αστέρι θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε."
Εκείνη του έτεινε ένα γαλάζιο τετράδιο με λευκές σελίδες.
"Γράψε: Ένας πολεμιστής του φωτός δείχνει προσοχή στα μάτια ενός παιδιού. Γιατί αυτά τα μάτια ξέρουν να βλέπουν τον κόσμο χωρίς πικρία. Όταν επιθυμεί να μάθει αν αυτός που βρίσκεται στο πλευρό του είναι άξιος εμπιστοσύνης, προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο θα τον κοίταζε ένα παιδί."
"Τι είναι ένας πολεμιστής του φωτός;"
"Πιστεύω πως εσύ ξέρεις", απάντησε εκείνη χαμογελώντας."Αυτός που είναι ικανός να κατανοήσει το θαύμα της ζωής, να παλέψει μέχρις εσχάτων για κάτι που πιστεύει. Και τότε ακούει τις καμπάνες που η θάλασσα κάνει ν' αντηχήσουν στο κρεβάτι του."
Δεν είχε θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του πολεμιστή του φωτός. Η γυναίκα έδειξε να μαντεύει τη σκέψη του. "Όλοι είναι ικανοί γι' αυτό. Και κανείς δε θεωρεί ότι είναι πολεμιστής του φωτός, αν και τελικά είναι."
Εκείνος κοίταξε τις σελίδες του τετραδίου. Η γυναίκα χαμογέλασε ξανά.
«...Ονειρεύτηκα πως ακολουθούσα τη δική μου κηδεία, με τα πόδια, περπατώντας ανάμεσα σε μια συντροφιά από φίλους ντυμένους με αυστηρό πένθος αλλά με γιορτινό κέφι. Όλοι δείχναμε χαρούμενοι που ήμασταν μαζί. Κι εγώ περισσότερο απ' όλους, για κείνη την ευχάριστη ευκαιρία που μου έδινε ο θάνατος να ξαναβρεθώ με τους φίλους μου από τη Λατινική Αμερική, τους πιο παλιούς, τους πιο αγαπημένους, αυτούς που δεν είχα δει για πολύ καιρό. Στο τέλος της τελετής, όταν άρχισαν να φεύγουν, έκανα να πάω μαζί τους, αλλά ένας απ' αυτούς μου έδωσε να καταλάβω, με τελεσίδικη αυστηρότητα, πως για μένα η γιορτή είχε τελειώσει!»...
Σκληρό το παξιμάδι θυμίζει ζωή άγονη απο χαρές απότιστη με προσοχή στην παλάμη το 'τριψα.
Στου τραπεζιού την άκρη φοβισμένο στάθηκε λευκόμαυρο περιστέρι το λυπήθηκα το καημένο.
Άπλωσα το χέρι όσο μπορούσα άνοιξα τη χούφτα τα θρύψαλα φάνηκαν περασμένης ζωής απομείναρια.
Δειλά ακούμπησε το ράμφος ένα τρίμμα πήρε τα μάτια του στα δικά μου καρφώθηκαν με κοίταζε περίεργα. Έμοιαζε να αναρωτιόταν άραγε άνθρωπε τι θέλεις; να με ταίσεις, την πείνα μου να ξεχάσω; ή να με πιάσεις, κτήμα σου να με κάνεις; Όχι μαυρόασπρο φτερωτό μου πλάσμα είμαι φίλος των πουλιών και της φτερωτής ειρήνης λάτρης. Τα τρίμματα της καρδιάς απομεινάρια είναι, πάρε τα τελευταία περισσεύματα να ζήσεις εγώ ήδη έχω πέθανει.
Στη ζωή άκερδα μοίραζα αισθήματα στου κόσμου τις στρόφες. Πάρε γλυκό μου περιστέρι τα τελευταία ψίχουλα τουλάχιστον εσύ τα δικαιούσαι.
Σαν γείρω στα σεντόνια και τα ίχνη του κορμιού σου αναζητήσω το φως των ματιών σου θ'αντιπαλέψω γιατί είναι απούσα η παρουσία σου και η σιωπηρή κραυγή σου αβάσταχτη καθώς στη φυλακή σου αγκομαχάς. Μα μη σκιαχτείς Αγαπημένε άλλη μια νύχτα σαν ξωτικό θα τριγυρνώ στα εξουθενωμένα τα όνειρα σου και τον ιδρώτα από το μέτωπο σου θα στραγγίζω ενώ αδέξια νανούρισμα Αγάπης θα μουρμουρίζω μην και στα μονοπάτια του πόνου μου χαθείς.
Κοίταξε αγαπημένη πώς σε κοιτάζουν τα λυπημένα χέρια μου.
Σα δυό παιδιά ορφανά που κλαίγαν μες στο βράδυ χωρίς ψωμί και κοιμηθήκαν τρέμοντας πάνω στο χιόνι. Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν. Κρατούσαν ένα λουλούδι σιωπηλό και παίζαν τρυφερά κι αδέξια στους ραγισμένους δρόμους.
Αγαπημένη κοίταξε πως διστάζουν τα νυχτωμένα χέρια μου.
Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί αυτή η θύρα του φωτός για μένα που δε γνώρισα μήτε τον ίσκιο μιάς μαρμαρυγής;
Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα τα φωτισμένα ρόδα και τα κρύσταλλα κι όλο λέω να κινήσω να φύγω προς τη γνώριμη νύχτα κι όλο λέω να ρθω κι όλο στέκω έξω απ' τη θύρα σου.
Μη με καλέσεις ακόμη. Ας παρατείνουμε αυτές τις ώρες τις θαμπές τις υπερπληρωμένες που δυό κόσμοι ανταμώνονται που δυό βαθιές φωνές ζυγιάζονται πάνω σε μια χορδή αργυρή και μια σταγόνα δρόσου σκιρτά και ταλαντεύεται στ' άνθος της νύχτας.
Εδώ θα μείνει εκεί θα πέσει.
Αγαπημένη τι προετοιμάζεται για μας μέσα στο βλέμμα των θεών πίσω απ' αυτή τη φωταψία;
Πώς μπορώ να διακρίνω τη διαχωριστική γραμμή αυτή που το όνειρο από εσένα ξεχωρίζει; Γιατί η αίσθηση είναι ή ίδια και η αυτή ενώ συναισθήματα και σκέψεις περιπλέκονται σ ‘έναν χορό αλλοπρόσαλλο κι επικίνδυνο καθώς το όνειρο αναλαμβάνοντας το ρόλο της ξελογιάστρας μάγισσας σε επίγειες και νοερές διαδρομές με παρασύρει
Τι πραγματικά συμβαίνει όταν τα δάχτυλα μου στην αναζήτηση της ύπαρξης σου στα μαλλιά σου σεργιανίζουν κι όταν τα χείλη μου τις λέξεις σου στα χείλη σου ανιχνεύουν; Ποιος γνωρίζει τα ακριβή όρια του ονειρικού από το πραγματικό; Σε ποιον τελικό προορισμό οι αλήθειες μας ανταμώνουν; Είσαι εσύ ή τάχα το όνειρο που ως μυθική σειρήνα σε επίγειες και νοερές διαδρομές με παρασύρει;
Ποιες λέξεις και ποια νοήματα ερμηνεύουν τα δρώμενα Πόσες ώρες, μέρες, χρόνια θα χρειαστούν για την ποθητή ολοκλήρωση ενός έργου που κυρίαρχοι συντελεστές και θεατές είμαστε εμείς; Πόσα ερωτήματα ακόμα θα ξεπηδήσουν σαν πίδακες από το μηδέν για να συναντηθούν με το εφικτό, το ονειρικό, το λατρεμένο καθώς σ’ένα παιχνίδι παιδικό έχουμε παραδοθεί που ανελέητα σε επίγειες και νοερές διαδρομές μας παρασύρει;
Αποκαμωμένη στον ώμο σου γέρνω έναν σκοπό σιγοψιθυρίζοντας από αυτούς που για νανούρισμα συχνά είχα ακούσει τα ερωτήματα πολλά όπως και οι αλήθειες, μ’αυτές που με προέτρεψες να ζω κάνω ένα τ’ακροδάχτυλά μου με τα πλούσια μαλλιά σου και κλέβω ανάσες από τα μισανοιγμένα χείλη σου καθώς μου μεταγγίζεις το αιώνιο, το αυθύπαρκτο , το πραγματικό αποσκευή στις επίγειες και νοερές διαδρομές που ξεκινήσαμε να κατακτήσουμε μαζί.
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας πάνω σε καταστρώματα καταλυμένων καραβιών στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια. Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων Δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα από λιμάνι σε λιμάνι ;
Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα, κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας κι εκείνης της θάλασσας, χωρίς αφή, χωρίς ανθρώπους μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά ένα ελάχιστο διάστημα.