Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Κράτησα την αγάπη μας για δυο - Βασίλης Παππάς

,

Ένα πλοίο –θαλασσοβάπορο-δίχως ξάρτια και πανιά
ταξίδευε στα πέλαγα-με Καπετάνιο-όπως …παλιά 
χάρτες πολλοί αραχνιασμένοι στο chartroom…εκεί
σαν λείπει κι’ο εξάντας πως φτάνεις στην Αμερική;

Τζόβενα και Ναύτες ματσακόνιζαν την ¨Κουβέρτα¨ 
Με μια φωτογραφία σου ξαπλωμένος στην κουκέτα
έφερνα στο μυαλό μια φράση δική σου¨θα γυρίσω¨ 
γύρισες φτασμένη δεν ήμουν εκεί…να σε φιλήσω.

Ύστερα στα ταξίδια μου χρόνια σε γύριζα…παντού
από την μακρυνή την Κίνα έως και την Χονολουλού
Κάποτε και λίγο-θυμήσου-πριν κατέβεις απ’το πλοίο
σ’αποχαιρέτησα και κράτησα την Αγάπη μας για δύο 




Το σκάκι - Μανώλης Αναγνωστάκης


Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...



Τί είναι ο έρωτας - Robert Graves


Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά , πες μου.
Είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας,
στο γνώριμο πυρήνα της αθωότητας που είναι ακόμα γεμάτη εμπιστοσύνη ;

Είναι μήπως ένα πρώτο άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας
μια προσπάθεια να πάρουμε ακραία μέτρα
και για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες;

Ή τι είναι ο έρωτας; Είναι αυτό το προαιώνιο όραμα
που φωτίζει την πορεία μας με επικίνδυνους χρησμούς
προσβλέποντας στην έγκαιρη παρέμβαση του θανάτου ;


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Είναι κάτι νύχτες




Είναι κάτι νύχτες, που τα αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν.
Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη.
Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις.
Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι.
Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι.
Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά,
το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.



 Αλκυόνη Παπαδάκη.

Καθαρός Ουρανός - Henri Thomas

 Τον Οκτώβρη αυτόν, ο ήσυχος αέρας 
είναι η στοά των ονείρων, 
νομίζω αποτελειώνω 
ένα έργο αδέξιο, 

στεφανωμένος με χλωμή δυστυχία 
είμαι όμορφος σαν ένα ρόδο, 
το τελευταίο, το χειμωνιάτικο, 
στο κατώφλι των μεταμορφώσεων. 

Κάτω από το ράκος των εποχών 
χτυπά η άτρωτη καρδιά 
του αγνού παραλογισμού, 
εάν φοβάμαι είμαι ένοχος, 

κάθε μέρα ο ουρανός σβήνει 
το σκίτσο των μυστικών μου, 
είμαι παιχνιδάκι του χώρου 
του γεμάτου ανήσυχα τέρατα. 


Κάποια κούραση - Pablo Neruda

Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ 
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι 
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος 
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει 
το φθινόπωρο στις πολιτείες 
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει 
και που λίγο - λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας 
και σιγά - σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές 
και τις ξεθωριάζει. 
Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακιές θάλασσες 
Κι απ' τη μυστήρια γη. 
Είμαι κουρασμένος με τις κότες: 
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε 
Τι σκέφτονται, 
Και μας κοιτάζουν μ' αδιάφορα μάτια 
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους. 
Για μια φορά σε καλώ 
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα 
Απ' τα σκάρτα φαγητά 
Και την καλή ανατροφή. 
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία, 
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα 
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα 
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι 
Χωρίς λόγο 
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα. 
Τελικά ας πούμε την αλήθεια, 
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε 
με κείνες τις νύχτες, που 
μπορείς να τις συγκρίνεις 
με καμήλες ή με μύγες. 
Έτυχε να δω πολλά μνημεία 
Που έστησαν για τους μεγάλους 
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας. 
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι 
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους 
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα. 
Κουράστηκα πια μ' αυτά τα αγάλματα 
Δεν την αντέχω τόση πέτρα. 
Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο 
Με ακίνητους 
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί; 
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις. 
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος 
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα, 
Την άψογη φωτιά 
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν. 
Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται! 
Μεριάστε να μεγαλώσουν. 
Μην τα 'χετε σκεφτεί όλα γι' αυτούς. 
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο. 
Αφήστε τους ν' ανακαλύψουν την αυγή 
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους. 
Θέλω να κουραστείς μαζί μου 
Για κάθε τι ωραίο 
Για καθετί που μας γερνάει 
Για καθετί που το' χουν έτοιμο 
Για να κουράσουν τους άλλους. 
Ας κουραστούμε μ' αυτό που σκοτώνει 
Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.


Μεθύστε - Κάρολος Μποντλαίρ

Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν, είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα. 

Αλλά από τι? Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε. 

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι. 

Και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το αστέρι θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε."



Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός.(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) - Πάουλο Κοέλο


Εκείνη του έτεινε ένα γαλάζιο τετράδιο με λευκές σελίδες.


"Γράψε: Ένας πολεμιστής του φωτός δείχνει προσοχή στα μάτια ενός παιδιού. Γιατί αυτά τα μάτια ξέρουν να βλέπουν τον κόσμο χωρίς πικρία. Όταν επιθυμεί να μάθει αν αυτός που βρίσκεται στο πλευρό του είναι άξιος εμπιστοσύνης, προσπαθεί να δει τον τρόπο με τον οποίο θα τον κοίταζε ένα παιδί."


"Τι είναι ένας πολεμιστής του φωτός;"


"Πιστεύω πως εσύ ξέρεις", απάντησε εκείνη χαμογελώντας."Αυτός που είναι ικανός να κατανοήσει το θαύμα της ζωής, να παλέψει μέχρις εσχάτων για κάτι που πιστεύει. Και τότε ακούει τις καμπάνες που η θάλασσα κάνει ν' αντηχήσουν στο κρεβάτι του."


Δεν είχε θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του πολεμιστή του φωτός. Η γυναίκα έδειξε να μαντεύει τη σκέψη του. "Όλοι είναι ικανοί γι' αυτό. Και κανείς δε θεωρεί ότι είναι πολεμιστής του φωτός, αν και τελικά είναι."


Εκείνος κοίταξε τις σελίδες του τετραδίου. Η γυναίκα χαμογέλασε ξανά.


"Γράψε", είπε στο τέλος εκείνη.


"Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα"(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) Μάρκες Γκαμπριέλ Γκαρσία


«...Ονειρεύτηκα πως ακολουθούσα τη δική μου κηδεία, με τα πόδια, περπατώντας ανάμεσα σε μια συντροφιά από φίλους ντυμένους με αυστηρό πένθος αλλά με γιορτινό κέφι. Όλοι δείχναμε χαρούμενοι που ήμασταν μαζί. Κι εγώ περισσότερο απ' όλους, για κείνη την ευχάριστη ευκαιρία που μου έδινε ο θάνατος να ξαναβρεθώ με τους φίλους μου από τη Λατινική Αμερική, τους πιο παλιούς, τους πιο αγαπημένους, αυτούς που δεν είχα δει για πολύ καιρό. Στο τέλος της τελετής, όταν άρχισαν να φεύγουν, έκανα να πάω μαζί τους, αλλά ένας απ' αυτούς μου έδωσε να καταλάβω, με τελεσίδικη αυστηρότητα, πως για μένα η γιορτή είχε τελειώσει!»...

Το περιστέρι - Νίκος Παρασγιάννης




Σκληρό το παξιμάδι
θυμίζει ζωή άγονη
απο χαρές απότιστη
με προσοχή στην παλάμη το 'τριψα.


Στου τραπεζιού την άκρη
φοβισμένο στάθηκε
λευκόμαυρο περιστέρι
το λυπήθηκα το καημένο.


Άπλωσα το χέρι όσο μπορούσα
άνοιξα τη χούφτα
τα θρύψαλα φάνηκαν
περασμένης ζωής απομείναρια.


Δειλά ακούμπησε το ράμφος
ένα τρίμμα πήρε
τα μάτια του στα δικά μου καρφώθηκαν
με κοίταζε περίεργα.
Έμοιαζε να αναρωτιόταν
άραγε άνθρωπε τι θέλεις;
να με ταίσεις, την πείνα μου να ξεχάσω;
ή να με πιάσεις, κτήμα σου να με κάνεις;
Όχι μαυρόασπρο
φτερωτό μου πλάσμα
είμαι φίλος των πουλιών
και της φτερωτής ειρήνης λάτρης.
Τα τρίμματα της καρδιάς απομεινάρια είναι,
πάρε τα τελευταία περισσεύματα να ζήσεις
εγώ ήδη έχω πέθανει.


Στη ζωή άκερδα
μοίραζα αισθήματα
στου κόσμου τις στρόφες.
Πάρε γλυκό μου περιστέρι
τα τελευταία ψίχουλα
τουλάχιστον εσύ τα δικαιούσαι.

Νύχτα - Μάρη Λιώκη



Σαν γείρω στα σεντόνια 
και τα ίχνη του κορμιού σου αναζητήσω
το φως των ματιών σου θ'αντιπαλέψω
γιατί είναι απούσα η παρουσία σου 
και η σιωπηρή κραυγή σου αβάσταχτη
καθώς στη φυλακή σου αγκομαχάς.
Μα μη σκιαχτείς Αγαπημένε
άλλη μια νύχτα σαν ξωτικό
θα τριγυρνώ στα εξουθενωμένα τα όνειρα σου
και τον ιδρώτα από το μέτωπο σου θα στραγγίζω
ενώ αδέξια νανούρισμα Αγάπης θα μουρμουρίζω
μην και στα μονοπάτια του πόνου μου χαθείς.

Γιάννης Ρίτσος- Εαρινή Συμφωνία





ΙΙΙ

Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυό παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.
Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πως διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιάς μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να ρθω
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυό κόσμοι
ανταμώνονται
που δυό βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Επί ματαίω - Γιώργος Αχαρνεύς



Ένα λουλούδι άφησα
στο παραθύρι Σου,
αγριοβιολέτα
από την Πειραϊκή.


Να Σου θυμίσει
έναν βραδινό περίπατο
και τ' άρωμά Σου τ' απαλό
'κείνης της νύχτας.


Ένα τραγούδι αφιέρωσα
στο ράδιο
"εγώ είμ' αητός"
μα Εσύ δεν είσαι τα φτερά μου.


Να Σου θυμίσει
μιαν ευχή λησμονημένη,
"αητός να γίνεις
και να φτάσεις στα ουράνια.!"


Ένα λουλούδι
(ίσως και να μη το δείς)...
Ένα τραγούδι
(ίσως και να μη τ' ακούσεις)...


Επίγειες και νοερές διαδρομές - Μάρη Λιώκη











Πώς μπορώ να διακρίνω τη διαχωριστική γραμμή
αυτή που το όνειρο από εσένα ξεχωρίζει;
Γιατί η αίσθηση είναι ή ίδια και η αυτή
ενώ συναισθήματα και σκέψεις περιπλέκονται
σ ‘έναν χορό αλλοπρόσαλλο κι επικίνδυνο
καθώς το όνειρο αναλαμβάνοντας το ρόλο της ξελογιάστρας μάγισσας
σε επίγειες και νοερές διαδρομές με παρασύρει


Τι πραγματικά συμβαίνει όταν τα δάχτυλα μου
στην αναζήτηση της ύπαρξης σου στα μαλλιά σου σεργιανίζουν
κι όταν τα χείλη μου τις λέξεις σου στα χείλη σου ανιχνεύουν;
Ποιος γνωρίζει τα ακριβή όρια του ονειρικού από το πραγματικό;
Σε ποιον τελικό προορισμό οι αλήθειες μας ανταμώνουν;
Είσαι εσύ ή τάχα το όνειρο που ως μυθική σειρήνα
σε επίγειες και νοερές διαδρομές με παρασύρει;


Ποιες λέξεις και ποια νοήματα ερμηνεύουν τα δρώμενα
Πόσες ώρες, μέρες, χρόνια θα χρειαστούν για την ποθητή ολοκλήρωση
ενός έργου που κυρίαρχοι συντελεστές και θεατές είμαστε εμείς;
Πόσα ερωτήματα ακόμα θα ξεπηδήσουν σαν πίδακες από το μηδέν
για να συναντηθούν με το εφικτό, το ονειρικό, το λατρεμένο
καθώς σ’ένα παιχνίδι παιδικό έχουμε παραδοθεί
που ανελέητα σε επίγειες και νοερές διαδρομές μας παρασύρει;


Αποκαμωμένη στον ώμο σου γέρνω έναν σκοπό σιγοψιθυρίζοντας
από αυτούς που για νανούρισμα συχνά είχα ακούσει
τα ερωτήματα πολλά όπως και οι αλήθειες, μ’αυτές που με προέτρεψες να ζω
κάνω ένα τ’ακροδάχτυλά μου με τα πλούσια μαλλιά σου
και κλέβω ανάσες από τα μισανοιγμένα χείλη σου
καθώς μου μεταγγίζεις το αιώνιο, το αυθύπαρκτο , το πραγματικό
αποσκευή στις επίγειες και νοερές διαδρομές που ξεκινήσαμε να κατακτήσουμε μαζί.





Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας... Γιώργος Σεφέρης




Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας 
πάνω σε καταστρώματα καταλυμένων καραβιών 
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε 
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα 
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια. 
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων 
Δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα 
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες. 


Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας 
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα 
από λιμάνι σε λιμάνι ; 


Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας 
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα, 
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας 
κι εκείνης της θάλασσας, 
χωρίς αφή, χωρίς ανθρώπους 
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας 
ούτε δική σας. 


Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά 
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε 
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά 
ένα ελάχιστο διάστημα.



Έγειρα-Αναστασία Κάλλια



Έγειρα
και ξάπλωσα
κοντά στη ρίζα της ψυχής.
Ύπνοι
μου έφερναν χρησμούς
που με ρωτούσαν τι να κάνουν.
Να πω εγώ
σε πάνσοφους χρησμούς τι?
-Φορέστε ανάποδα
την αγάπη
για να νιώθετε
την καλή της όψη
κατάσαρκα,
είπα κι έκλεισα τα μάτια.

Το διπλό Άλφα της Αγάπης-Τόλης Νικηφόρου




Ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα
με το διπλό άλφα της αγάπης
προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη
κυβόλιθος στην Εγνατία Οδό

μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της
λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας

ωραίος προορισμός η πατρίδα
με τη δική της μουσική του ρο
που είναι ρίζες και γίνεται ροή
κάτω από τους φανοστάτες της παραλίας
με τις πυγολαμπίδες στην απέναντι ακτή
πριν και μετά κάθε ταξίδι

το διπλό άλφα της αγάπης
και το δέλτα του ποταμού
που εκβάλλει στην απεραντοσύνη


Όλα βαίνουν-Έλλη Κωνσταντίνου



Όλα βαίνουν. Πώς?
Διαβαίνουν κάτι μισοσβησμένες λευκές γραμμές μου.
Περιδιαβαίνουν έναν ψηλό αυλόγυρο πού χτίζω χρόνια τώρα
Ανεβαίνουν με δύναμη προς τα πάνω και τους κάνω πατητές στη λίμνη των δακρύων
Επιβαίνουν στο δεξί γυαλιστερό μου κόκκινο κάθισμα, ξέρετε, αγορασμένη λάμψη...
Κατεβαίνουν ως εκεί που αρχίζει ο μαγικός βυθός μου, προς θεού όχι παραπέρα
Αποβαίνουν στο διάστημα ανάμεσα στο είσαι και φαίνεσαι για σύντομες διακοπές.
Παραβαίνουν τους νόμους-υποσχέσεις γρήγορα και εύκολα σαν να μουν τσουλήθρα
Υπερβαίνουν κάτι όρια που θα θελα να βάλω αλλά δεν έβαλα ποτέ γιατί ήμουν απασχολημένη να τα σκέφτομαι.
Βαίνουν σας λέω. Όλα. Και άλλα που τώρα τα ανακαλύπτω.

Φούγκα-Μάρη Λιώκη



-Δεν σε φοβίζουν τα κύματα;
-Με ταξιδεύουν στη ρότα σου…
-Κι ο άνεμος;
-Γεμίζει τ’αυτιά μου με τη φωνή σου…
-Κι η πρώτη φθινοπωρινή βροχή;
-Μια κάθαρση για να σε δεχθώ αμόλυντη…
-Κι η απόσταση;
-Μικραίνει τους ενδοιασμούς…
-Και οι μοναχικές νύχτες;
-Αφορμή για ονειρικό ερωτικό σφιχταγκάλιασμα…
-Κι η έλλειψη;
-Γιγαντώνει την επιθυμία…
-Και οι σκέψεις;
-Σου δίνουν ζωή…
-Κι ο χρόνος;
-Προσμονή για την ευτυχία…
-Και οι φόβοι μου;
-Απόδειξη ότι υπάρχεις…

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Όνειρα-Νίκος Παρασγιάννης



Ώρες περπατούσε απαλά η νύχτα
πατώντας αθόρυβα στη θαλασσινή άμμο,
νάρθει να κουρνιάσει
στο λίκνο της μοναξιάς.
Ήθελε να με συντροφεύσει στα όνειρα
που γέννησαν οι παφλασμοί των κυμάτων.
Είχε την περιέργεια να δεί
τι όνειρα έκρυψε στο σκοτεινό δισάκι της
ο κλέφτης αγέρας καθώς χάιδευε τις ασπρόμορφες
κυμάτιστες κορφές.
Τάφερνε μαζί της η νύχτα τα ονείρατα
μα δεν γνώριζε το μυστικό του κλέφτη αγέρα.
Κι αναρωτιόταν πλαγιασμένη
στης μοναξιάς το λίκνο.
Άραγε τι είδους όνειρα
κρύβει το δισάκι?
Κανένα δεν νοιώθω βάρος,
ειν αλαφρύ σαν σύννεφα.
Ναί νύχτα. Σύννεφα είναι.
Γιατί τα σύννεφα είναι τ ούρανου τα όνειρα.