Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Ολική διαγραφή - Γιώργος Αχαρνεύς


Σε μια βαλίτσα στριμωγμένα
Μνήμες κι Όνειρα
και μια Εικόνα,
ανεξίτηλη ανάμνηση.

Σε μια βαλίτσα πεταμένα
θυμητάρια του,
Φιλιά, Χαμόγελα,
Έρωτες-Διαλείμματα...

Σε μια βαλίτσα πεταμένα
όλα τα έχει του
και σε δυό κούτες
στοιβαγμένη μια πορεία.

Σε μια βαλίτσα στριμωγμένα
όλα τα θ έ λ ω.
Σε μια φωτιά
όλη η ζωή του παρανάλωμα.


Το Παραμύθι - Λίτσα Θεοδώρου


Είχα ακούσει το μύθο παιδί και τον πίστεψα τόσο 
που αποφάσισα τότε με μιας τη ζωή μου να δώσω, 
για να βρω δυο πετράδια λαμπρά δυο σμαράγδια κρυμμένα, 
που όποιος τα 'χει μπορεί την αγάπη να ζει μαγεμένα... 

Στης ζωής τον αγώνα μαζί ξεχυθήκαμε τόσοι 
και κατάφερε αυτή τους πολλούς σε μια μάζα να λιώσει, 
όλοι οι φίλοι το πράσινο φως το χαρίσαν στη λήθη, 
μόνη βρέθηκα να περπατώ στο παλιό παραμύθι... 

Μα στους δρόμους της Γής μοναχά βρήκα πέτρες και άμμο, 
σε δυο πόδια πληγές.., τριγυρνώ, στο ταξίδι μου επάνω, 
ένα στόμα σπηλιάς προκαλεί σκοτεινό σαν πηγάδι, 
μπήκα μόνη να ψάξω, να δω μήπως φτάνει στον Άδη... 

Καταπίνοντας μέτρα πολλά ούτε ξέρω πια πόσο 
δίχως φως, δίχως σκέψη καμιά, δίχως φόβο να νιώσω… 
είδα πέρα δυο λάμψεις μικρές, ένα πράσινο θαύμα 
και ξεκίνησα κούρσα τρελή στης καρδιάς μου το άρμα... 

Κι από τότε δυο μάτια γλυκά με κοιτούν ραγισμένα, 
μου γλιστρούν κάθε αυγή στο γουδί της ζωής χτυπημένα, 
κι όταν κλείνω τα χέρια σφιχτά για να γίνουν δικά μου, 
η ζηλιάρα ζωή μου τα κλέβει και φεύγουν μακριά μου... 

Όσα λένε μας παίρνει η ζωή, σε εμάς δε γυρνάνε, 
τα σμαράγδια που ράγισαν πια, ποτέ δεν κολλάνε, 
ξέρω φλόγα καρδιάς μοναχά πως μπορεί να τα λιώσει, 
και του μύθου τη λάμψη ξανά στα πετράδια να δώσει... 

Ζω μονάχα με μια προσμονή, να ξανάρθουν σε μένα 
μεσ' τη μνήμη μου πια δε βαστώ να κοιτούν ραγισμένα, 
περιμένω μια σπίθα από σε, την καρδιά μου ν' ανάψει, 
κι αν φουντώσει η φωτιά της καρδιάς, θα σταθώ κι ας με κάψει... 

Κι όταν πάλι ξυπνώ 
στο καράβι το σάπιο που πλέω, 
να βουλιάξει ζητώ.., 
οι στεριές με ζυγώνουν και κλαίω...


Γράμμα στην αγαπημένη - Θάνος Πάσχος

Αγαπημένη μου
στη σελίδα επιχειρώ να θυσιάσω τις σκέψεις μου
στο βωμό του έρωτα
και όμως δεν είναι δύσκολο για μένα
τώρα που είμαι ερωτευμένος
ένα κομμάτι να προδώσω από μένα
για τη δική σου επικύρωση,
ο ύπνος λίγος και βασανιστικός
έχει και αυτός μεταφερθεί στον τόπο
της σκέψης σου και δεν βρίσκει χρόνο
να ξεκουράσει τα μάτια μου,
με το θαμπό φως και την αδιάφορη όψη
χρονομετρούν την κάθε στιγμή της ανάμνησης
και στη ρόκα της αγάπης
στρίβουν το νήμα της επιθυμίας
για όσα θα έρθουν αλλά δε θα είναι όσα σχεδιάζω,
αγαπημένη μου
στο αχανές σύμπαν παίρνω το διαβήτη
και χαράζω πορεία στην αρμονία,
δεν είναι εκπληκτικό;

Μέσα στο έρεβος η τελειότητα της ισορροπίας
και στο λεπτό σχοινί της ανυπαρξίας
κάνει πιρουέτες η ομορφιά,
σκέψου, είναι δύο σώματα που βάλλονται από το ένστικτο
και ξεγυμνώνονται στη σιωπή
για να κραυγάσει ο έρωτας,
κλείσε τους οφθαλμούς και άκουσε προσεκτικά
ήχους που βγαίνουν από τα κρυφά λιμάνια σου
και αγγίζουν τα ατέρμονα κύματα του αιωνίου,
προσπαθείς να δεις μέσα από το δακτυλίδι της υπόσχεσης
τη βεβαιότητα..

Ποιος όμως μπορεί να σταματήσει την ορμή του χειμάρρου
βάζοντας τα στήθια του
πέρα από το χέρι της αγάπης;
δε θέλω να σε κουράσω με την αλαλία των προθέσεων
θα προτιμήσω καθημερινά να τραβάω μια γραμμή
στο μικρό μου ύψος και εκεί να περιχαρακώνω δυνάμεις
έξεις, επικίνδυνες ελευθερίες,
για να τις μεταμορφώσω σε μέτρο
να μετρηθώ και να μετρήσω
τα βήματά που θα σκαλίσω στο βράχο μου
για την κατάκτηση της σελήνης της δικής μου – της δικής μας
έτσι θα βρεθούν οι αύρες μας πιο κοντά
μέχρι την ένωσή τους
σαν απήχηση ιδιωτικής συναστρίας
στον αΐδιο σκοπό της μουσικής,
της θάλασσας..
Αυτά η ψυχή μου καταλαβαίνει και στα μεταφέρω αυτούσια.



Το γράμμα - Μάρη Λιώκη

.




Το καράβι υπακούοντας στις προσταγές του αυγουστιάτικου μελτεμιού, λικνίζεται ρυθμικά, σχίζοντας τα αιγαιοπελαγίτικα γαλανά νερά και χαράζοντας ένα βαθύ υδάτινο χαντάκι, κάνοντας τα απόνερα να σκορπίζουν σε μια σταθερή πλάγια πορεία.
Η φιγούρα της γέρνει πάνω στην κουπαστή, παρατηρώντας ένα μικρό κοπάδι δελφινιών που με μια καταπληκτική δεξιότητα κινήσεων, συντροφεύει το ανοιχτού τύπου πλεούμενο στο σύντομο ταξίδι του.
.......
Το γνωστό τρέμουλο, έκανε πάλι την εμφάνισή του. Προσπάθησε να κυριαρχήσει στις ακούσιες αυτές κινήσεις. Μάταια. Άπλωσε τα πόδια του στο σκαμπό για να γίνει πιο υποφερτό. Έστριψε ένα τσιγάρο και αφού κράτησε για λίγες στιγμές τη φλόγα μπροστά στο πρόσωπό του, το άναψε μηχανικά. Ρούφηξε την πρώτη ευεργετική τζούρα, αφήνοντας τη νικοτίνη να κάνει τη δουλειά της. Το μούδιασμα που απλώθηκε στο κορμί του έκανε το τρέμουλο να μετριαστεί.
Θεώρησε ανώφελο να φωνάξει πάλι τ’όνομά της. Ήταν προφανές ότι δεν μπορούσε να τον ακούσει. Κάτι πήγε να βγει απ’ το στόμα του, αλλά το έπνιξε πριν καλά καλά προλάβει να σχηματοποιηθεί. Έπρεπε να βρει ένα μέρος όπου θα μπορούσε να την καλέσει με όλη τη δύναμη της ψυχής του και απλά να μην ακουστεί.

........

Το αποτύπωμα των χειλιών της είναι εμφανές πάνω στο ποτήρι του. Θέλοντας να του κλέψει τα μυστικά του, ρουφά λίγες σταγόνες από το γλυκό πολυκαιρισμένο κρασί του. Μάταια . Σε μια στιγμιαία αυτοσυγκέντρωση προσπαθεί να αφουγκραστεί λέξεις και εικόνες. Όλα όμως της φαίνονται γνωστά και χιλιοειπωμένα. Είναι προφανές ότι  γνωρίζει τα πάντα. Ο γοητευτικός άντρας που έπιασε το παρασυρμένο από το αυγουστιάτικο μελτέμι μεταξωτό μαντήλι της και το έσωσε από μια βέβαιη πτώση στα αιγαιοπελαγίτικα  γαλανά νερά, δεν έχει μυστικά. Της τα έχει αποκαλύψει όλα.

 ........
Τώρα που το τρέμουλο τον είχε προσωρινά εγκαταλείψει, άδραξε την ευκαιρία να σηκωθεί και ν’ αρχίσει ένα νευρικό περπάτημα πάνω κάτω στο στενό δωμάτιο. Ήταν κάτι που του άδειαζε το μυαλό από επικίνδυνες και ενοχλητικές σκέψεις.
Ξαφνικά η εικόνα της γέμισε το οπτικό του πεδίο. Τα μάτια του έπαιξαν σπασμωδικά ,σαρώνοντας το χώρο. Έψαξε μια γωνιά που το χαμογελαστό πρόσωπο δεν θα έβρισκε καταφύγιο. Μάταια όμως. Κι ενώ άρχισε ν’ απελπίζεται, διέκρινε δυο δάκρυα να χαράζουν το μέχρι πριν λίγο χαρούμενο πρόσωπο. Χτύπησε με λύσσα τη γροθιά του στον τοίχο και ούρλιαξε από πόνο. Έναν εσωτερικό όμως και ύπουλο πόνο που καμία σχέση δεν είχε με το αίμα που έσταξε στο πάτωμα.
...........
Αυτή τη μοναδική στιγμή που για πρώτη φορά εισχωρεί στον κόσμο της, νιώθει μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα. Παντού. Κάτι σαν μυρμήγκιασμα που ξεκινά από τα ακροδάχτυλα και φτάνει μέχρι βαθειά στο μυαλό του. Και όσο πιο βαθειά μπαίνει ,η σκέψη του διαλύεται σε εκατομμύρια μικρά κομματάκια που στροβιλίζονται αέναα στο άπειρο. Και ξαφνικά σαν με μια θεική εικαστική παρέμβαση, σχηματοποιούνται σε σχήματα και εικόνες άγνωστες και ποθητές συνάμα, που πολύ σύντομα μεταμορφώνονται σε αντικείμενα λαχτάρας και ασυγκράτητης επιθυμίας. Λοιπόν, δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ , ότι θα ήταν δυνατόν κάποιος να κάνει μια τόσο πετυχημένη και αντιπροσωπευτική περιγραφή μιας ερωτικής πράξης, μιας πράξης εμπλουτισμένης από ρυθμικά σκιρτήματα πόθου, διανθισμένα με ψιθυριστές  φράσεις που το περιεχόμενό τους, διογκώνει ανησυχητικά τα σπλάχνα. Μπορεί να πρόκειται για μια καθαρά προσωπική του εκτίμηση και γι’ αυτό ο ορισμός να θεωρείται τόσο πολύ πετυχημένος.
........
Το τρέμουλο άρχισε να κάνει απειλητικά την εμφάνισή του. Ο πανικός ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του κάνοντας τα χαρακτηριστικά του να τραβηχτούν αφύσικα. Ο εφιάλτης ήταν πάλι παρών. Έπρεπε να τον ξορκίσει. Να τον εξαφανίσει από το μυαλό του. Να του απαγορεύσει να του παίζει παιχνίδια δοκιμάζοντας τις αντοχές του. Του ήρθε μια ακαταμάχητη επιθυμία να χώσει τα δάχτυλά του μέσα στον εγκέφαλό του και να αφαιρέσει με μια χοντροκομμένη χειρουργική επιδεξιότητα ό,τι του ροκάνιζε τη σκέψη. Ό,τι τον έκανε τρελό.
........
Αυτή πιάνει το κρυστάλλινο ποτήρι της σαμπάνιας και το πετά πάνω στον απέναντι τοίχο, αποτυπώνοντας με το εναπομείναν υγρό, ακούσια ζωγραφικά μοτίβα. Εκείνος, προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά. Ο καταμερισμός ευθυνών είναι δύσκολη υπόθεση. Είναι μια απαραίτητη διαδικασία που όμως, αν δε γίνει με το σωστό τρόπο, χάνει ολωσδιόλου τη χρηστικότητά της.
.........
Άρχισε να γελά παράλογα. Το γέλιο του τον τρόμαξε. Όπως τον τρόμαζε και το ενδεχόμενο να την απαρνηθεί. Κάτι σ’ αυτή τη σκέψη τον έκανε ν’ ανατριχιάσει. Πόσο επιδέξια προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό του . Παρουσίαζε ως ενδεχόμενο μια πραγματικότητα. Το τρέμουλο έγινε ανυπόφορο. Τον πρόδιδε το ίδιο του το σώμα. Άρχισε να συγκλονίζεται από σπασμούς.
Αποκαμωμένος έπεσε στον καναπέ. Ένα βουβό κλάμα που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε ουρλιαχτό απελπισίας έσκισε τη νεκρική σιγή της νύχτας.
Χαρούμενες φωνές και πνιχτά γελάκια άρχισαν να βουίζουν μέσα στ’ αυτιά του σαν επίμονες μύγες. Και μετά μια απορία διατυπωμένη με απλά λόγια, ένα παράπονο, ένας πνιχτός λυγμός και έπειτα σιωπή.
Όχι, όχι δεν το άντεχε. Με θολά από τα δάκρυα μάτια, έψαξε μέσα στο συρτάρι ένα χαρτί κι ένα μολύβι. Έπρεπε αυτό που δεν είχε τη δύναμη να φωνάξει, να το γράψει σε χαρτί. Θα ήταν μια ομολογία ζωής. Όσα δεν τόλμησε μέχρι τώρα να πει, θα τους έδινε υπόσταση μέσα από τις λέξεις. Πάντοτε έβρισκε διέξοδο στο γράψιμο. Γι αυτόν ήταν το καταφύγιο του. Ο ασφαλής χώρος όπου ξεδίπλωνε πάντα την ψυχή του, χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτα.

Πόσο μικρός ένιωθε μπροστά στο μεγαλείο της. Μπροστά στο χαμόγελό της, στο δάκρυ της, στην ανιδιοτελή αγάπη της, στην προσφορά της. Πόσο πολύ ήθελε να τη φτάσει. Να πετάξει μαζί της στο άπειρο σε μια αέναη διαδρομή. Πόσο ήθελε να τον πιστέψει, να στραγγίξει μ’ ένα αιώνιο φιλί τα δάκρυά της , να της χαρίσει μια ευτυχία που όμοιά της δε γνώρισε άνθρωπος. Κι έπειτα να χαθεί για πάντα, έχοντας εκπληρώσει το λόγο ύπαρξής του.
Το χέρι του τρέμοντας γέμιζε το χαρτί. Τα γράμματά του χόρευαν πάνω στις γραμμές. Ένας χείμαρρος ψυχής ξεχύθηκε στο γραπτό. Αυτά που δεν τόλμησε να πει ή να δείξει ποτέ. Της το χρωστούσε. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει γι αυτήν. Να μάθουν όλοι πόσο την είχε λατρέψει.
Την ώρα που το κορμί του διέσχιζε με τη δύναμη της βαρύτητας τον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα, μια αύρα σχεδόν εξωπραγματική σήκωνε το μικρό χαρτάκι απ’ το τραπέζι και το έστελνε σε μια αέναη διαδρομή στο άπειρο.
.........
Τα φώτα από το ασθενοφόρο καθρεφτίζονταν πάνω στην βρεγμένη άσφαλτο. Ένα άσπρο σεντόνι σκέπασε το άψυχο κορμί της γυναίκας. Η αστυνομία προσπαθούσε με κόπο να απομακρύνει το περίεργο πλήθος. Πιο πέρα κάποιοι πυροσβέστες έριχναν για προληπτικούς λόγους, νερό με τις μάνικες   στο διαλυμένο από την ισχυρότατη πρόσκρουση αυτοκίνητο.
Ο κόσμος άρχισε να διαλύεται. Η σειρήνα του ασθενοφόρου έσχισε ανατριχιαστικά τον αέρα. Τα αστυνομικά οχήματα πήραν με τη σειρά τους το δρόμο της επιστροφής.
Κι εκεί που το τοπίο έπαιρνε την προηγούμενη μορφή του, μια εξωπραγματική αύρα έκανε τα φύλλα των δένδρων να θροίσουν στιγμιαία.

Ένα γέλιο ακούστηκε, χαρούμενες συζητήσεις, ένα παράπονο, ένας πνιχτός λυγμός και μετά ένας χείμαρρος κακογραμμένων λέξεων. Μια παραδοχή, μια εξομολόγηση, μια κατάθεση ψυχής.

Ένα μικρό χαρτάκι ταλαιπωρημένο από το μακρύ του ταξίδι, ήρθε και ακούμπησε απαλά πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο πλάι στο κατεστραμμένο από την ισχυρότατη πρόσκρουση αμάξι, ενώ οι σταγόνες της βροχής έσβηναν έναν χείμαρρο από κακογραμμένες λέξεις. 
 .........


                                        



Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

A M A R C O R D - Γιώργος Αχαρνεύς


Ψυχής αντηλιές
-και τι να φωτίσεις...-
ζητάς απαντήσεις
σ' αγάπες παλιές...


Εικόνες θολές...
Γλυκειές αναμνήσεις.
-Μή με λησμονήσεις
-δε θά 'ρθεις μου λες-...


Σκόρπιες πινελιές.
Τι να ζωγραφίσεις,
ποιό χάδι ν' αφήσεις
σε Κρύες Φωλιές...


Μπρος-πίσω σπηλιές,
πώς να προχωρήσεις
και πού να γυρίσεις...
Αγάπες-Θηλειές...


Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Εκκωφαντική σιωπή - Μάρη Λιώκη

.

Ανελέητες οι μαχαιριές στα πλευρά του
Η ανάσα, κόβεται απροειδοποίητα
κάνοντας την ύπαρξη επισφαλή

Το ψυχρό ακουστικό του τηλεφώνου
συνηγορεί στην εκκωφαντική σιωπή
που συντετριμμένο το σύμπαν εξετάζει

Μέσα από τις σκιές της απουσίας
ατίθασες πινελιές, υγρές αιμάτινες χαρακιές
αυλακώνουν το μεσήλικο πρόσωπο

Τι κι αν αυτό το δειλινό μοιάζει με τόσα άλλα
Είναι επιβεβλημένη η διαφοροποίηση
Εικόνες και χρώματα, μεταλλάσσουν τη διάθεση

Κι είναι τόσο σημαντικό να αφουγκραστεί τη σιωπή
Να διαχωρίσει την ομορφιά της, από την ασχήμια των πεπραγμένων
Και να ανασυνταχθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά

Ρουφώντας επίπλαστες ανάσες από τα υπό σήψη τριαντάφυλλα
Ξεγελάει τις αισθήσεις του, βιώνοντας θολές εικόνες
Κουράγια ψεύτικα, στολίδια μιας ψευδούς πραγματικότητας

Υπάρχει ελπίδα για τον δυστυχή άνδρα;
Κοροϊδευτικές, επικριτικές κουβέντες
φλυαρούν, σπάζοντας την εκκωφαντική σιωπή

Ίσως τελικά, το δειλινό αυτό , να μην μοιάζει με τόσα άλλα


Απουσία - Αναστασία Καλλία

,

Ασφυκτικά περίδενε το χώρο

η απουσία

μιας αγάπης

παλιάς και μόνης.

Με ρίζες μόνο,

χωρίς δέντρο,

χωρίς υπόσταση,

χωρίς φωνή.

Μόνο η απουσία της

στιγμάτιζε την ύπαρξή της

κι ένας ορίζοντας

που μας καλούσε

να γνωριστούμε

πιο καλά.


Κράτησα την αγάπη μας για δυο - Βασίλης Παππάς

,

Ένα πλοίο –θαλασσοβάπορο-δίχως ξάρτια και πανιά
ταξίδευε στα πέλαγα-με Καπετάνιο-όπως …παλιά 
χάρτες πολλοί αραχνιασμένοι στο chartroom…εκεί
σαν λείπει κι’ο εξάντας πως φτάνεις στην Αμερική;

Τζόβενα και Ναύτες ματσακόνιζαν την ¨Κουβέρτα¨ 
Με μια φωτογραφία σου ξαπλωμένος στην κουκέτα
έφερνα στο μυαλό μια φράση δική σου¨θα γυρίσω¨ 
γύρισες φτασμένη δεν ήμουν εκεί…να σε φιλήσω.

Ύστερα στα ταξίδια μου χρόνια σε γύριζα…παντού
από την μακρυνή την Κίνα έως και την Χονολουλού
Κάποτε και λίγο-θυμήσου-πριν κατέβεις απ’το πλοίο
σ’αποχαιρέτησα και κράτησα την Αγάπη μας για δύο 




Το σκάκι - Μανώλης Αναγνωστάκης


Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...



Τί είναι ο έρωτας - Robert Graves


Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά , πες μου.
Είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας,
στο γνώριμο πυρήνα της αθωότητας που είναι ακόμα γεμάτη εμπιστοσύνη ;

Είναι μήπως ένα πρώτο άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας
μια προσπάθεια να πάρουμε ακραία μέτρα
και για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες;

Ή τι είναι ο έρωτας; Είναι αυτό το προαιώνιο όραμα
που φωτίζει την πορεία μας με επικίνδυνους χρησμούς
προσβλέποντας στην έγκαιρη παρέμβαση του θανάτου ;


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Είναι κάτι νύχτες




Είναι κάτι νύχτες, που τα αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν.
Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη.
Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις.
Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι.
Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι.
Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά,
το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.



 Αλκυόνη Παπαδάκη.

Καθαρός Ουρανός - Henri Thomas

 Τον Οκτώβρη αυτόν, ο ήσυχος αέρας 
είναι η στοά των ονείρων, 
νομίζω αποτελειώνω 
ένα έργο αδέξιο, 

στεφανωμένος με χλωμή δυστυχία 
είμαι όμορφος σαν ένα ρόδο, 
το τελευταίο, το χειμωνιάτικο, 
στο κατώφλι των μεταμορφώσεων. 

Κάτω από το ράκος των εποχών 
χτυπά η άτρωτη καρδιά 
του αγνού παραλογισμού, 
εάν φοβάμαι είμαι ένοχος, 

κάθε μέρα ο ουρανός σβήνει 
το σκίτσο των μυστικών μου, 
είμαι παιχνιδάκι του χώρου 
του γεμάτου ανήσυχα τέρατα. 


Κάποια κούραση - Pablo Neruda

Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ 
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι 
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος 
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει 
το φθινόπωρο στις πολιτείες 
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει 
και που λίγο - λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας 
και σιγά - σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές 
και τις ξεθωριάζει. 
Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακιές θάλασσες 
Κι απ' τη μυστήρια γη. 
Είμαι κουρασμένος με τις κότες: 
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε 
Τι σκέφτονται, 
Και μας κοιτάζουν μ' αδιάφορα μάτια 
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους. 
Για μια φορά σε καλώ 
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα 
Απ' τα σκάρτα φαγητά 
Και την καλή ανατροφή. 
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία, 
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα 
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα 
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι 
Χωρίς λόγο 
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα. 
Τελικά ας πούμε την αλήθεια, 
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε 
με κείνες τις νύχτες, που 
μπορείς να τις συγκρίνεις 
με καμήλες ή με μύγες. 
Έτυχε να δω πολλά μνημεία 
Που έστησαν για τους μεγάλους 
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας. 
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι 
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους 
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα. 
Κουράστηκα πια μ' αυτά τα αγάλματα 
Δεν την αντέχω τόση πέτρα. 
Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο 
Με ακίνητους 
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί; 
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις. 
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος 
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα, 
Την άψογη φωτιά 
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν. 
Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται! 
Μεριάστε να μεγαλώσουν. 
Μην τα 'χετε σκεφτεί όλα γι' αυτούς. 
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο. 
Αφήστε τους ν' ανακαλύψουν την αυγή 
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους. 
Θέλω να κουραστείς μαζί μου 
Για κάθε τι ωραίο 
Για καθετί που μας γερνάει 
Για καθετί που το' χουν έτοιμο 
Για να κουράσουν τους άλλους. 
Ας κουραστούμε μ' αυτό που σκοτώνει 
Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.